
Ο θείος Ηλίας ήταν γνωστός για την αγάπη του στο ωραίο φύλο και στον ποδόγυρο. Σπάνια τον θυμάμαι να μας επισκέπτεται στο σπίτι πάνω από δύο φορές με την ίδια γυναίκα. Μάλιστα ο πατέρας μου του είχε κάνει και παρατήρηση.
«Αρκετές έχουμε γνωρίσει Ηλία, την επόμενη φορά θα φέρεις γυναίκα σπίτι μόνο εάν έχεις σκοπό να την παντρευτείς. Δεν το καταλαβαίνεις ότι μπερδεύονται τα παιδιά πια; Μόλις πάνε να αγαπήσουν τη νέα θεία, εξαφανίζεται. Κάνε μου την χάρη….».
Ήταν από τις στιγμές που ο μετριοπαθής γενικά πατέρας δεν άφηνε κανένα περιθώριο για να αμφισβητηθούν τα λεγόμενά του.
Πρέπει να ήταν το καλοκαίρι του ’59 όταν γνώρισε την Βούλα. Ορφανή από πατέρα, είχε σκοτωθεί στον εμφύλιο, ζούσε με την μάνα της σε ένα ημιυπόγειο στην Καισαριανή. Ωραία γυναίκα και κοκέτα αλλά ψηλομύτα χωρίς να καταλάβει ποτέ κανένας γιατί. Ερωτεύτηκαν αμέσως. Που τους έβρισκες που τούς έχανες, κάθε μέρα στου Τζίμη του Χοντρού στην Αχαρνών να ακούσουν την Μαρίκα Νίνου με τον Τσιτσάνη. Να τα γλέντια, να τα μεθύσια, να οι χοροί. Λίγο πριν τα χαράματα, ο Ηλίας σηκωνόταν να χορέψει. Πέταγε όλα τα ποτήρια από το τραπέζι, το άρπαζε με τα δόντια του και αφού το σήκωνε άρχιζε να χορεύει ζεϊμπέκικο. Έφερνε γύρες και κανείς δεν τολμούσε να πλησιάσει στην πίστα. Μονάχα η Βούλα σε μια γωνιά να του βαράει παλαμάκια.
Η μάνα άρχισε την γκρίνια. Δεν είναι αυτή για τον Ηλία. Θα του φάει τα λεφτά που δεν έχει. Δεν βλέπω να κάνει προκοπή. Κάποια στιγμή η Βούλα εξαφανίστηκε. Δεν έμαθα ποτέ τι συνέβη ούτε και ρώτησα. Σα να άνοιξε η γη και την κατάπιε, κανείς δεν ξαναμίλησε γι αυτήν. Ο θείος Ηλίας έμεινε ανύπαντρος. Στο τέλος έμενε μαζί μας σε ένα δωμάτιο που είχαμε στο πίσω μέρος της αυλής.
Λίγο πριν πεθάνει ένα βράδυ με παρακάλεσε να τον πάω στην ταβέρνα της γειτονιάς, τα 5φ. ( Φίλε, φέρε, φίλο, φάε, φύγε ). Καθίσαμε οι δύο μας σε ένα τραπέζι και κουτσοπίναμε. Από ένα παλιό πικάπ ακούστηκε απρόσμενα η «Συννεφιασμένη Κυριακή». Το πρόσωπο του Ηλία, έλαμψε, σηκώθηκε με δυσκολία και προσπάθησε να σύρει τα πόδια του. Το θέαμα ήταν άβολο και οι λίγοι θαμώνες δεν έδωσαν σημασία. Τότε μια φωνή ακούστηκε από το βάθος….
«Γειά σου Ηλία, λεβέντη!»
Γύρισα και είδα μια γριά να βαράει παλαμάκια.
Π. Φάληρο
25/5/2025

Σχολιάστε