Ήταν περασμένα μεσάνυχτα όταν ακούστηκε το τροκάνι της εξώπορτας. Το είχαν τοποθετημένο στην κορυφή της πόρτας έτσι ώστε να χτυπάει όταν κάποιος έμπαινε στην αυλή. Λαγοκοιμόταν και πετάχτηκε αμέσως όρθιος.
Έκανε να βγάλει από το κομοδίνο ένα μικρό πιστόλι που το κράταγε για παν ενδεχόμενο – ο γαμπρός του ο Παναγιωτης, ενωματάρχης της Χωροφυλακής το είχε κατασχέσει από έναν συλληφθέντα κομμουνιστή, και του το είχε φέρει με είκοσι σφαίρες να το έχει για ασφάλεια – μα το μετάνιωσε.
Ακούστηκε ένα δυνατό χτύπημα στην πόρτα….
-Άνοιξε γιατρέ!
Φόρεσε με αργές κινήσεις την ιατρική ρόμπα , είχε άλλωστε συχνά περιστατικά τα βράδια και άνοιξε τον σύρτη.Στο μισοσκόταδο διέκρινε πέντε φιγούρες με όπλα στα χέρια, άγνωστες σε αυτόν. Παράμερα στεκόταν ένας ακόμα που τον γνώριζε καλά και προσπαθούσε μάταια να κρυφτεί κατω από την τραγιάσκα του.
Ήταν ο Χρήστος ο Βεκρής υπεύθυνος του ΕΑΜ στο χωριό.
“Καλησπέρα γιατρέ” μίλησε αυτός που φαινόταν επικεφαλής “συγχωρα μας για την ενόχληση, μα γυρεύουμε τον αδερφό σου τον Σωτηρη”.
“Εδώ είναι το σπίτι του γιατρού του Γρανιτσιωτη εάν θέλετε τον Σωτήρη έχει σπίτι να τον αναζητήσετε”.
“Να κάνουμε μια μικρή έρευνα, έτσι για το τυπικό καταλαβαίνεις…” και χωρίς να περιμένουν απάντηση μπήκαν στο σπίτι και άρχισαν το ψάξιμο. Η Τασία, η γυναίκα του είχε ξυπνήσει από τις ομιλίες, ρίχνοντας ένα σαλι στους ώμους της παρακολουθούσε αμίλητη την σκηνή. Στα πόδια της φοβισμένη η μεγάλη τους κόρη, η δεκάχρονη Βαγγελιτσα έτριβε τα μάτια της από νύστα. Ευτυχώς ο μικρός ο Γιάννης δεν είχε ξυπνήσει παρ´ολη την φασαρία.
“Γιατρέ όλα καλά, φεύγουμε….να του πεις όμως να βάλει μυαλό. Μάθαμε ότι θέλει να φυγει για την Αθήνα, μην κάνει καμμιά αποκοτιά! Να έρθει στην Στιμαγκα που τον εθελουμε. Διαφορετικά θα ξανάρθουμε. Στο σπίτι του πριν ήδη βάλαν κλήματα ολουθε και θέλαν να βάλουν φωτιά! Εγω τους σταμάτησα….την άλλη φορά δεν θα μπορέσω….Άντε καλό βραδυ!”
Ο Χρήστος έμεινε πιο πίσω καθώς οι υπόλοιποι απομακρύνονταν….
“Γιατρέ το νου σου…..πες του Σωτήρη να πάρει τα κορίτσια και την κυρα και να φύγει για την Αθήνα, σήμερα κι ολας. Τον έχουν για ξεπάστρεμα…..την προίκα και τα σκεπάσματα των κοριτσιών τα φόρτωσαν το σούρουπο σε μουλάρια και τα πήραν. Θέλαν να το κάψουν το σπίτι….αλήθεια σου λέγανε….” και χωρίς να χαιρετίσει αποχώρησε βιαστικά.
Ο γιατρός κλείνοντας την πόρτα βρέθηκε απέναντι στο ανήσυχο βλέμμα της Τασίας. “Τραβάτε για ύπνο, μην φοβάστε όλα θα πάνε καλα!”
Σαν έμεινε μόνος κάθισε σε μια καρέκλα και άναψε τσιγάρο. Εκεί τον έπιασε ένα παράπονο , άρχισε ένα κλάμα βουβό. Ανάμεσα σε καπνούς και δάκρυα αναλογιζόταν. Έβλεπε το χέρι του που με δυσκολία κρατούσε το τσιγάρο, αντίχειρας και δείκτης εφάπτονταν , ενθύμιο από το μικρασιατικό , όπως και η σφαίρα στο πόδι. Τότε αισθανόταν περήφανος, απόψε ντράπηκε. Ντράπηκε γι αυτά που δεν μπορούσαν να ντραπούν οι άλλοι. Ντράπηκε για τα προικιά, ντράπηκε για τα κορίτσια. Ντράπηκε και για τους αντάρτες που ψάξαν το σπίτι.
Έβλεπε όμως ότι ερχόντουσαν μέρες που κανένας πια δεν θα ντρεπόταν.
Μιλάνο
3/8/2023

Σχολιάστε